Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ



Από το προφίλ στο Face Book του κ. Elias Christeas,
Βρήκαμε τα παρακάτω Χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα από τη Μεσσηνία και τη Μάνη, τα οποία είναι πολύ σημαντικά και σας τα μεταφέρουμε.

ΜΕΣΣΗΝΙΑΚΑ & ΜΑΝΙΑΤΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ 
Η Μεσσηνία έχει τα δικά της ήθη και έθιμα τα οποία αλλάζουν από περιοχή σε περιοχή. 
Όπως πχ η Μάνη έχει τελείως διαφορετικά ήθη και έθιμα από την υπόλοιπη Μεσσηνία, διαφορετικά έχει και η Τριφυλία. Όλα μαζί όμως δίνουν μια άλλη διάσταση στη συνολική Μεσσηνιακή Λαογραφία . 
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ 
Τα Χριστούγεννα είναι μία από τις μεγαλύτερες γιορτές του Χριστιανισμού. Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Χριστιανική εκκλησία, στην οποία ανήκουν οι περισσότεροι Έλληνες, είναι η δεύτερη σημαντικότερη γιορτή μετά το Πάσχα. Πριν από τα Χριστούγεννα, από του Αγίου Φιλίππου (14 Νοεμβρίου), αρχίζει η νηστεία της Σαρακοστής και η ψυχική προπαρασκευή για τη μεγάλη εορτή της γέννησης του Χριστού. Έτσι όλες οι οικογένειες το βράδυ του Αγίου Φιλίππου θ’ αποκρέψουν και θα ευχηθούν: «Καλή σαρακοστή να περάσουμε». 
Πριν τα Χριστούγεννα οι γυναίκες καθάριζαν τα σπίτια τους και έφτιαχναν τα γλυκά (κουραμπιέδες, μπακλαβά κ.ά.). Δυο μέρες πριν τα Χριστούγεννα, έφτιαχναν τις «κλούρες». 
Την πρώτη «κλούρα» την έφτιαχναν για το Χριστό και την έβαζαν στο καντήλι του σπιτιού. 
ΤΑ ΚΟΛΙΑΝΤΑ 
Λίγες μέρες αφού έμπαινε ο Δεκέμβρης, τα αγόρια του χωριού ανέβαιναν σε υψώματα και όλα μαζί φώναζαν δυνατά πολλές φορές «κόλιαντα», για να ακουστούν σε όλο το χωριό. Αυτό συνεχιζόταν κάθε μέρα, μέχρι την 23η Δεκεμβρίου. Ήταν μια προειδοποίηση πως πλησιάζουν τα Χριστούγεννα. Μετά τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων, τα παιδιά κατά ομάδες, (και ήταν πολλά τότε), αφού χτυπούσαν πρώτα την καμπάνα της εκκλησίας, ξεκινούσαν για να πουν τα «κόλιαντα» στα σπίτια του χωριού. Στον ώμο τους είχα κρεμασμένο τον «τρουβά» για να βάλουν μέσα τις «κλούρες» (μικρά στρογγυλά ψωμάκια), τα κάστανα, τα καρύδια και τα αμύγδαλα που θα τους πρόσφεραν οι νοικοκυρές. Στα χέρια τους κρατούσαν τις «τζιουμπανίκες», (γερά ξύλα που κατέληγαν σε στρογγυλό σκληρό εξόγκωμα). Σε όλα τα σπίτια τραγουδούσαν το: 

Κόλιαντα μπάμπω μ’ κόλιαντα, κι εμένα μπάμπω μ’ κλούρα 
Κι εμένα την τρανύτερη και τώρα και του χρόνου 
Κι αν δε μας δώσεις κόλιαντα δώσ’ μας ένα σιουτζιούκι 
Να’ ναι τρανό, να’ ναι χοντρό, να’ ναι ζαχαρωμένο 
Κι αν δεν έχεις κι σιουτζιούκι, δώσ’ μου τη θυγατέρα σ’ 
Να τη φιλώ, να την τσιμπώ να μι ζισταίν’ τα βράδια. 
Σε μερικά σπίτια τους ζητούσαν να «σιουμπήσουν» (ανακατέψουν) τη φωτιά. Έμπαινε τότε μέσα ένα παιδί και με την «τσιουμπανίκα» του «σιουμπούσε» τη φωτιά λέγοντας: «Φέρνω αρνιά, φέρνω κατσίκια, φέρνω κι έναν γαμπρό» (ή ανάλογα με την περίσταση, ότι επιθυμούσαν οι νοικοκύρηδες του σπιτιού). 
Αφού τα παιδιά λέγανε τα «κόλιαντα» και «σιουμπούσαν» τη φωτιά, τους δίνανε τις «κλούρες». Αν κάποιος ήθελε να δώσει κάστανα, καρύδια ή αμύγδαλα, έλεγε στα παιδιά να «β’λιάξουν». Τότε τα παιδιά έπεφταν στα γόνατα και βέλαζαν ενώ η νοικοκυρά τους έριχνε τα αμύγδαλα, καρύδια ή κάστανα. Αυτό γινόταν γιατί πίστευαν πως έτσι τα πρόβατα και τα γίδια τους θα γεννούσαν περισσότερα αρνιά και κατσίκια. 
Την ημέρα των Χριστουγέννων κανένας δε λείπει από την εκκλησία που είναι ολόφωτη από τα κεριά και τις λαμπάδες μέσα στη νύχτα. Μετά τη λειτουργία, χαιρετά ο ένας τον άλλον και εύχεται «χρόνια πολλά». 

Τα «χοιροσφάγια». 
Το έθιμο πηγάζει από την αρχαιότητα, από την λατρεία του θεού Διονύσου και της μητέρας του Σεμέλης. Θυσία των ανθρώπων για να κερδίσουν την χάρη των θεών. Το κρέας των χοιρινών αποτελούσε βασική τροφή για τους κατοίκους. Αποτελούσε το πρόχειρο φαγητό, τον εκλεκτό μεζέ για τον καλεσμένο ή για τον έκτακτο επισκέπτη. Το προσφάϊ της εργατιάς, βασικό, πρόχειρο, γρήγορο και γευστικότατο έδεσμα, ο περίφημος «καγιανάς». Ή και σκέτο βγαλμένο με τα χεράκια της νοικοκυράς κατευθείαν από το «κιούπι». Όλοι, συνήθιζαν να αγοράζουν από μικρά τα γουρουνόπουλά τους, τα οποία έτρεφαν όλο το χρόνο στις αυλές των σπιτιών τους. Λίγους καρπούς από την σοδειά τους, τυρόγαλο ανακατεμένο με πίτουρα στην σκαλιστή πέτρινη γούρνα, περισσεύματα, (αν υπήρχαν) από τα αποφάγια του μεσημεριανού ή βραδινού φαγητού, χλωρακιά ή διάφορα σάπια φρούτα και κηπευτικά, όλα ήταν ευπρόσδεκτα από τα παμφάγα γουρουνόπουλα, μέχρι και σάπια κρέατα ή ψόφια ζώα. Τα γουρουνόπουλα το κάθε νοικοκυριό τα έτρεφαν για να μεγαλώσουν και να βάλλουν όσο λίπος περισσότερο ήταν δυνατό. Αρχικά ως κύριο φαγητό την ημέρα των Χριστουγέννων ήταν το χοιρινό. 
Από τα σημαντικότερα χριστουγεννιάτικα έθιμα. Από παλιά όλες οι οικογένειες έκαναν τα πάντα για να έχουν τον μεγαλύτερο χοίρο, δίνοντάς του να φάει αλεσμένο καλαμπόκι, πίτουρα, ακρίσιο, ζεστό νερό και αλάτι. Ήταν η εποχή που οι οικογένειες εξέτρεφαν τα χοιρινά για το κρέας και το λίπος τους. Όταν μάλιστα η οικογένεια είχε πολλά μέλη, το γουρούνι έπρεπε να παχύνει πολύ, ώστε το λίπος του να είναι αρκετό. 

Η προετοιμασία για το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν με εξαιρετική φροντίδα, ενώ επακολουθούσε γλέντι μέχρι τα ξημερώματα. Άλλωστε το κρέας του γουρουνιού ήταν το μόνο κρέας που θα έτρωγαν για όλο το χρόνο. (Εκτός πια και αν ψοφούσε κάποιο πρόβατο, γίδα ή κότα.) Για κάθε σφαγή μεγάλου γουρουνιού απαιτούνταν 5-6 άνδρες, εκτός των παιδιών, που έφταναν πολλές φορές τα 20-25, τα οποία περίμεναν να πάρουν τη «φούσκα» του γουρουνιού, να τη φουσκώσουν και να παίξουν μ’ αυτή ποδόσφαιρο και άλλα παιχνίδια.... 
Η εργασία ήταν σκληρή και ο σφαγέας έπρεπε να είναι καλός τεχνίτης. Σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις αναγκαζόταν να χρησιμοποιήσει τσεκούρι για να αποκόψει την καρωτίδα. Υπήρχαν περιπτώσεις που δεν μπορούσαν να το σφάξουν, οπότε το γουρούνι έτρεχε να ξεφύγει με μισοκομμένο λαιμό. 

Επίσης, το γδάρσιμο απαιτούσε χέρι δυνατό και τεχνικό για να μην κάνει τρύπες, δεδομένου ότι το δέρμα αυτό το χρησιμοποιούσαν και έκαναν τα λεγόμενα «γουρνοτσάρουχα», που τα φορούσαν για όλο το χρόνο και προπαντός στα χωράφια.
Μετά το γδάρσιμο, άρχιζε το κόψιμο του λίπους (παστού), για να γίνει έπειτα το κόψιμο του κρέατος σε μικρά κομμάτια. Το αλάτιζαν και το έβαζαν στην «κάδ’» (ξύλινος κάδος) για να το έχουν σαν ένα από τα κύρια φαγητά τους τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα. 
Αφού τελείωναν όλες τις δουλειές, καταπιάνονταν ύστερα με το γέμισμα των λουκάνικων, για τα οποία έδειχναν ιδιαίτερη επιμέλεια. 
Το κρέας το έκοβαν κομματάκια με μαχαίρια. Το έπαιρναν κυρίως από τα πλευρά και το φιλέτο. Αυτό το κομμένο κρέας το έβραζαν μαζί με κομμένα πράσα και διάφορα μπαχαρικά, τα οποία έκαναν τα λουκάνικα να ευωδιάζουν. Να σημειώσουμε ότι λουκάνικα έφτιαχναν με τον ίδιο περίπου τρόπο και με το συκώτι του γουρουνιού (σκ’ωτένια ή σκ’ωτίσια). 
Το λίπος, τον λεγόμενο «παστό», το έκοβαν μικρά κομματάκια και το ‘λιωναν μέσα σε καζάνι, που έβραζε κάτω από μεγάλη φωτιά. Για να λιώσει το παστό, η νοικοκυρά πάσχιζε πραγματικά, επί 2-3 ημέρες, ανάλογα με την ποσότητά του. 
Αφού άδειαζε το ρευστό λίπος στο δοχείο, έμεναν τα υπολείμματα, μικρά τεμάχια που όχι μόνο δεν τα πετούσαν, αλλά αποτελούσαν τους καλύτερους μεζέδες για όλους. Αυτά τα ροδοκοκκινισμένα κομματάκια, ιδιαίτερα ελκυστικά και γευστικά για πολλούς, ήταν οι «τσιγαρίδες». 
Το γουρουνίσιο κρέας γινόταν μαγειρευτό αλλά ο καλύτερος μεζές του ήταν η τηγανιά, μικρά κομμάτια χοιρινού στο τηγάνι με ρίγανη. 
Το λιωμένο λίπος (=λίγδα) το έβαζαν σε δοχεία λαδιού ή πετρελαίου και αφού πάγωνε, διατηρούνταν σχεδόν όλο το χρόνο. Οι κάτοικοι το χρησιμοποιούσαν όλο το χρόνο και σε όλα σχεδόν τα φαγητά. Υπήρχαν μάλιστα περιπτώσεις που πολλοί δεν το αντικαθιστούσαν με τίποτα. 
Ακόμα τοποθετούσαν μέσα στη λίγδα κομμάτια βρασμένου κρέατος που το έλεγαν «καβουρμά». Ο «καβουρμάς» κρατούσε, χωρίς να χαλάσει, μέχρι το καλοκαίρι. 
Ακόμα και το καλοκαίρι στα φαγητά τους χρησιμοποιούσαν λίπος, γιατί ήταν δική τους παραγωγή και επομένως φθηνό, σε αντίθεση με το λάδι που το αγόραζαν μισή ή μια οκά για να περάσουν ένα και δυο μήνες. Επίσης, πολλές φτωχές οικογένειες δεν αγόραζαν καθόλου λάδι και δεν ήξεραν ούτε ποιο είναι το χρώμα του. 
Από το γουρούνι τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Τίποτα δεν πετούσαν. Με το κεφάλι, τα αυτιά και τα πόδια, έφτιαχναν πατσά. Τον πατσά τον έβαζαν σε πιάτα, τον άφηναν να παγώσει και έτρωγαν σχεδόν όλο το χειμώνα. 
Πρωτοχρονιάτικα έθιμα 
Η Μεσσηνία, ως νομός της Πελοποννήσου μοιράζεται πολλές από τις παραδόσεις της με το σύνολο του γεωγραφικού διαμερίσματος στο οποίο ανήκει. Όμως, υπάρχουν κάποια πολύ συγκεκριμένα ήθη και έθιμα τα οποία απαντώνται μόνο στον τόπο μας. Ειδικά αυτές τις γιορτινές μέρες βλέπουμε ακόμα και στα δικά μας χρόνια να συνεχίζονται συνήθειες αιώνων, που φτάνουν ως εμάς από τα αρχαία χρόνια, την πρωτοχριστιανική περίοδο, τη βυζαντινή εποχή, τον τουρκικό ζυγό και κάθε άλλη περίοδο που έχει διαβεί πάνω από τούτο το μέρος μαζί με τον καιρό και τους χρόνους. 


Πρωτοχρονιάτικα έθιμα 
Η Μεσσηνία, ως νομός της Πελοποννήσου μοιράζεται πολλές από τις παραδόσεις της με το σύνολο του γεωγραφικού διαμερίσματος στο οποίο ανήκει. Όμως, υπάρχουν κάποια πολύ συγκεκριμένα ήθη και έθιμα τα οποία απαντώνται μόνο στον τόπο μας. Ειδικά αυτές τις γιορτινές μέρες βλέπουμε ακόμα και στα δικά μας χρόνια να συνεχίζονται συνήθειες αιώνων, που φτάνουν ως εμάς από τα αρχαία χρόνια, την πρωτοχριστιανική περίοδο, τη βυζαντινή εποχή, τον τουρκικό ζυγό και κάθε άλλη περίοδο που έχει διαβεί πάνω από τούτο το μέρος μαζί με τον καιρό και τους χρόνους. 

Η αλλαγή της χρονιάς είναι πολύ σημαντική στιγμή για όλους τους Έλληνες και όχι μόνο. Συνδέεται άμεσα με την τύχη, την ελπίδα, το φόβο, την αγάπη και την κοινωνικότητα. Οι πρόγονοι μας λοιπόν, θέλοντας να εξασφαλίσουν κατά το δυνατόν την καλή έκβαση των πραγμάτων σε όλους αυτούς τους τομείς χρησιμοποιούσαν διάφορα μέσα, άλλα δεισιδαιμονικά και προληπτικά, αλλά συντροφικά και ανιδιοτελή, όλα τους όμως καθιερωμένα. 
                                                                                                                               Το βράδυ, την ώρα της αλλαγής του χρόνου, η οικογένεια μαζεμένη γύρω από ένα τραπέζι έχει φάει το παραδοσιακό φαγητό της ημέρας, το οποίο είναι κόκορας μακαρονάδα. Οι παλιές νοικοκυρές έφτιαχναν τα μακαρόνια την ίδια μέρα και τα έβραζαν σε άφθονο νερό με λάδι, τα πασπάλιζαν με μυτζήθρα και κανέλλα και τα "έκαιγαν" με λάδι αρωματισμένο με μια φλούδα λεμονιού. Ο κόκορας μαγειρευόταν στην κατσαρόλα αργά μέχρι να μαλακώσει με όλα του τα μυρωδικά και με σάλτσα ντομάτας. Ο νοικοκύρης ευχόταν καλή χρονιά στην αρχή του δείπνου και όλοι έπιναν σε αυτό. Όταν κόντευε να αλλάξει ο χρόνος, όλα τα φώτα και οι φλόγες στο σπίτι έσβηναν, 

εκτός από το τζάκι και μόλις έμπαινε ο νέος χρόνος, όλοι αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν, και πολύ συχνά οι άντρες του σπιτιού έριχναν ντουφεκιές. Αμέσως μετά, ο νοικοκύρης σταύρωνε τη βασιλόπιτα, το γλυκό της ημέρας, και ευχόταν καλή χρονιά και άρχιζε να κόβει ένα ένα τα κομμάτια με τη γνωστή σειρά "Του Χριστού, Της Παναγίας, του Αγιο-Βασίλη, του φτωχού, του σπιτιού..." 
Το ξημέρωμα της Πρωτοχρονιάς, τα μέλη της οικογένειας βγαίνοντας από το σπίτι πατούν μια πλατιά πέτρα που έχει φυλάξει η νοικοκυρά από την παραμονή και την έχει τοποθετήσει στο κατώφλι. Πηγαίνοντας προς την εκκλησία, ο νοικοκύρης παίρνει μαζί του ένα ρόδι και στο γυρισμό το σπάει με την είσοδο του στο σπίτι για να φέρει καρποφορία και ευγονία ο νέος χρόνος. Στην εκκλησία παρακολουθούν όλοι τη λειτουργία, αυτή του Μεγάλου Βασιλείου, στον οποίο είναι αφιερωμένη η γιορτή της ημέρας και μετά το πέρας της λειτουργίας, στη μητρόπολη κάθε πόλης ή χωριού γίνεται η δοξολογία για τη νέα χρονιά. Πολλοί κρεμούν πάνω από την εξώπορτα τους ένα μποτσίκι, όπως λέγεται στην τοπική διάλεκτο η αγριοκρεμμύδα, που θεωρείται φυτό που φέρνει γούρι! 


Η βασιλόπιτα φτιάχνεται με αυγά, γάλα, αλεύρι και σταφίδες, καρύδια, μύγδαλα - όλα σύμβολα ευγονίας- και πασπαλίζεται με άχνη και κανέλλα. Μέσα της κρύβεται είτε ένα νόμισμα είτε ένα γούρι "που το έβαλε ο αγιο-Βασίλης" και όποιος το βρει είναι το τυχερό πρόσωπο της νέας χρονιάς, και συνήθως η τύχη του αυτή συνοδεύεται από ένα μποναμά, δηλαδή ένα χρηματικό ποσό ως δώρο! Μποναμάδες ή μπουναμάδες δίνονται και στα μικρά παιδιά της οικογένειας από τους μεγαλύτερους σε ηλικία, κυρίως τους άντρες. Το γλυκό της Πρωτοχρονιάς είναι οι κουραμπιέδες, που ετοιμάζονται από την παραμονή και σερβίρονται και ως γλύκισμα από τους εορτάζοντες με τα ονόματα Βασίλης ή Βασιλική!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου